αγύρευτος

-η, -ο
1. αζήτητος: Τα περσινά καπνά μένουν αγύρευτα.
2. ανεπιθύμητος, που ευχόμαστε να μη βρεθούμε στην ανάγκη να τον ζητήσουμε: Αγύρευτος να είναι ο γιατρός.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αγύρευτος — η, ο [γυρεύω] 1. (για εμπορεύματα) αυτός που δεν ζητιέται ή δεν ζητήθηκε, απούλητος, ανεπιθύμητος 2. αυτός για τον οποίο δεν φρόντισε κανείς, ο παραμελημένος 3. αυτός που, αν και συχνά μάς είναι αναγκαίος (γιατρός, ιερέας, φάρμακα κ.ά.),… …   Dictionary of Greek

  • αγύρευτος — [агиревтос] εκ. неисследованный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναπαίτητος — η, ο (Μ ἀναπαίτητος, ον) [ἀπαιτῶ] αυτός που δεν τόν απαίτησε ή δεν τόν απαιτεί κανείς, αζήτητος, αγύρευτος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.